Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

Συνέντευξη στο "7" της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας.

Αντιγράφω τη συνέντευξη του Quentin που βρήκα στο "7" της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας.

Αφηγούμενος κάποτε πώς έτυχε να γράψει το πρώτο σενάριο στη ζωή του, ο Κουέντιν Ταραντίνο είχε αποκαλύψει το εξής: «Πρέπει να ήταν γύρω στο τέλος του γυμνασίου όταν είχα ερωτευτεί αθεράπευτα την Τατούμ Ο' Νιλ από μια ταινία στην οποία την είχα δει. Το πόσο πολύ ερωτευμένος ήμουν μαζί της ντρέπομαι να σας το πω. Ήταν, όμως, με σιγουριά η πρώτη μου μεγάλη αγάπη.

»Κάθισα, λοιπόν, και έγραψα ένα σενάριο στο οποίο έκανα, υποτίθεται, τα αδύνατα δυνατά προκειμένου να τη συναντήσω. Κι όταν αυτό γινόταν, τελικά, πραγματικότητα, η Τατούμ έμενε γοητευμένη από μένα. Έγραψα μόλις είκοσι σελίδες και το παράτησα, εκεί όμως άρχισαν όλα. Στο εξής, κάθε μέρα στο σχολείο την πέρναγα γράφοντας καινούρια σενάρια, μέχρι που ο καθηγητής έκανε παράπονα στη μητέρα μου».

Από την παραπάνω διήγηση καταλαβαίνει κανείς ότι ο Ταραντίνο δεν θα είχε γίνει ποτέ σκηνοθέτης αν δεν αποφάσιζε να περάσει πίσω από την κάμερα προκειμένου να δώσει ζωή στα φετίχ και στις μακροχρόνιες εμμονές του.


Μια από τις εμμονές του αυτές τον ταλαιπώρησε για μια σχεδόν δεκαετία, όσο του χρειάστηκε δηλαδή για να αποφασίσει ότι είναι έτοιμος να μεταφέρει το «Inglourious Basterds» στη μεγάλη οθόνη. Την ιστορία μιας διμοιρίας σκληροτράχηλων Αμερικανών στρατιωτών (με επικεφαλής τον Μπραντ Πιτ) οι οποίοι θέτουν ως στόχο τους να σπείρουν τον τρόμο στο Τρίτο Ράιχ, εξοντώνοντας με βάρβαρους τρόπους όσο περισσότερους ναζί μπορούν στα κατεχόμενα εδάφη της Γαλλίας του Β' Παγκοσμίου.

Παράλληλα, η ταινία ακολουθεί τις προσπάθειες μιας νεαρής Εβραίας που δραπετεύει από ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης και ορκίζεται να σκοτώσει τον Γερμανό δυνάστη της.

Πρεμιέρα στις Κάνες


Εμπνευσμένος αμυδρά από το «Inglorious Bastards», ένα μέχρι πρότινος ξεχασμένο φιλμ που γύρισε ο Ενζο Καστελάρι το 1978, ο Ταραντίνο δεν επρόκειτο ασφαλώς να αρκεστεί σε μια απλή διασκευή εκείνου του εγχειρήματος.

Ίσως γι' αυτό και ελάχιστα πράγματα στη δική του ταινία προδίδουν τη συγγένειά της με την ιταλική πολεμική περιπέτεια. Τον προηγούμενο μήνα, μάλιστα, ο 45χρονος σκηνοθέτης προχώρησε σε έναν περίεργο αναγραμματισμό του αρχικού τίτλου (γι' αυτό η ταινία αναφέρεται πλέον παντού ως «Inglourious Basterds»), δίχως προς το παρόν να μοιάζει διατεθειμένος να εξηγήσει την επιλογή του αυτή. Η ταινία θα προβληθεί σύντομα στο Φεστιβάλ τών Κανών. Αν, όμως, ανυπομονείτε, διαβάστε τη συνέντευξη που ακολουθεί:

«Στα χρόνια που μεσολάβησαν από το Τζάκι Μπράουν μέχρι το "Kill Bill" έγραψα ένα μεγαλεπήβολο πολεμικό φιλμ με τίτλο "Inglourious Basterds"», λέει ο Ταραντίνο. «Το υλικό που προέκυψε ήταν τόσο πολύ, ώστε έδινε την εντύπωση ότι επρόκειτο λιγότερο για ένα απλό σενάριο και περισσότερο για ένα γιγαντιαίο μυθιστόρημα. Επειδή οι διαστάσεις του με τρόμαξαν, αποφάσισα, πριν προχωρήσω στην υλοποίησή του, να ασχοληθώ με κάτι μικρότερο.


»Το "Kill Bill" με το οποίο καταπιάστηκα δεν ήταν καθόλου, φυσικά, ταινία μικρών διαστάσεων. Με τον καιρό, όμως, κατάλαβα πως έκανα οτιδήποτε μπορούσα προκειμένου να μη χρειαστεί να αντιμετωπίσω την ευθύνη ενός τόσο μεγάλου σχεδίου, όπως είναι το "Basterds". Αυτή τη φορά, όμως, είπα στον εαυτό μου ότι τα ψέματα τελείωσαν. Αυτή η ταινία επρόκειτο να αποτελέσει για μένα την επόμενη κορυφή, είχε φτάσει η στιγμή να την ανέβω».

- Γιατί σας πήρε τόσον καιρό μέχρι να ολοκληρώσετε το σενάριο;

«Το έγραφα για χρόνια. Ενδιάμεσα σταματούσα, γύριζα κάποια ταινία, ταξίδευα τον κόσμο για την προώθησή της και μετά επέστρεφα και συνέχισα να γράφω. Κάτι παρόμοιο είχε συμβεί και με τη συγγραφή του "Pulp Fiction". Μεγάλο μέρος της ταινίας εκείνης το είχα γράψει ανάμεσα σε φεστιβάλ στα οποία με καλούσαν για να παρουσιάσω το "Reservoir Dogs".

»Το "Basterds", όμως, δεν έλεγε να τελειώσει ποτέ. Μεγάλωνε διαρκώς, είχε ξεφύγει από τις διαστάσεις ενός κανονικού σεναρίου και, εκτός των άλλων, του έλειπε το φινάλε. Βαθιά μέσα μου ήμουν σίγουρος, παρ' όλα αυτά, πως αν επρόκειτο να το γυρίσω κάποια στιγμή σε ταινία, θα ήταν εκείνη η δουλειά που θα με σημάδευε ως σκηνοθέτη. Μένει τώρα να φανώ αντάξιός του».

- Ποιος είναι, πιστεύετε, ο καλύτερος τρόπος να επιχειρήσει κανείς έναν πετυχημένο φόρο τιμής σε ένα είδος ταινιών το οποίο αγαπά; Είτε αυτό είναι μια ταινία πολεμικών τεχνών όπως το «Kill Bill», είτε ένα αστυνομικό b movie σαν το «Reservoir Dogs», είτε ένα πολεμικό φιλμ, όπως θα είναι το «Inglourious Basterds»;
«Ο καλύτερος τρόπος είναι πρωτίστως να σέβεσαι το κινηματογραφικό είδος το οποίο επικαλείσαι. Να σου αρέσει πραγματικά. Λατρεύω τα είδη με τα οποία έχω ασχοληθεί. Οποιοσδήποτε ρίξει μια ματιά στη δουλειά μου θα καταλάβει, φυσικά, ότι μου αρέσουν τα σπαγγέτι γουέστερν και οι ταινίες εκμετάλλευσης, τα κουνγκ φου κ.λπ. Φροντίζω, όμως, να έχω πάντα μια ατζέντα σαφώς διαφορετική από εκείνη που είχαν τα πρωτότυπα φιλμ στα οποία αναφέρομαι. Το κίνητρο είναι διαφορετικό, η ματιά είναι διαφορετική. Με ενδιαφέρει να μεταφράσω αυτό που αγαπώ σε κάτι που να είναι εντελώς δικό μου».

- Κάθε ταινία με την οποία καταπιάνεστε επιβεβαιώνει, πάντως, τη σπάνια ικανότητα που έχετε στο να συσχετίζετε και να ενώνετε αρμονικά τα πλέον διαφορετικά πράγματα.

«Μπορώ να κάνω οτιδήποτε. Μπορώ να συνδυάσω όσα διαφορετικά κινηματογραφικά είδη και φιλμικές τεχνικές θέλετε, με τον ίδιο τρόπο που μπορώ και εναλλάσσω ένα έγχρωμο με ένα ασπρόμαυρο πλάνο. Τα πάντα, όμως, πρέπει να ξέρετε, ξεκινούν από το σενάριο. Αν το σενάριο δεν επαρκεί, η ταινία δεν επαρκεί. Οταν η ιστορία που έχεις στα χέρια σου δεν είναι καλή, τότε όσα τρικ κι αν επιστρατεύσεις δεν φτάνουν να σου εξασφαλίσουν αξιοπρεπές αποτέλεσμα. Αν η ταινία πρόκειται να μείνει αξέχαστη, θα συμβεί από τη δουλειά που έχεις πρωτίστως κάνει στη σελίδα.


»Ενα πράγμα για το οποίο είμαι περήφανος σε ό,τι αφορά το γράψιμό μου είναι το γεγονός ότι, ενώ παίζω με τη δομή του σεναρίου, δεν αστειεύομαι καθόλου με την ιστορία που έχω αποφασίσει να διηγηθώ. Και ξέρω ότι είμαι πάρα πολύ καλός στο να διηγούμαι μια ιστορία. Γιατί αντιλαμβάνομαι και σέβομαι την ισχύ της. Γνωρίζω επίσης ότι το αμερικανικό σινεμά ήταν κάποτε η κορυφή στην τέχνη τού να αφηγείσαι μια ιστορία. Τα πράγματα έχουν, δυστυχώς, αλλάξει σήμερα. Πηγαίνεις να δεις μια ταινία και από τα πρώτα κιόλας λεπτά γνωρίζεις τι θα συμβεί. Στις δικές μου ταινίες αυτό δεν συμβαίνει.

Μια ιστορία της προκοπής

»Αν τύχει να παρακολουθήσεις μόνο ένα μέρος από το "Pulp Fiction" και μετά αποφασίσεις να εγκαταλείψεις την προβολή δίχως να περιμένεις το τέλος, δεν υπάρχει περίπτωση να έχεις φανταστεί τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Δεν τα ξέρεις όλα από το πρώτο μισάωρο γιατί δεν σε αφήνω να τα ξέρεις όλα. Εχεις πληρώσει το γαμημένο σου εισιτήριο. Δικαιούσαι μια ιστορία της προκοπής!».

- Όποτε προβάλλεται καινούρια ταινία σας εμφανίζονται ξανά εκείνες οι μεμονωμένες φωνές που παραπονιούνται για τον ασυμβίβαστο τρόπο με τον οποίο απεικονίζετε τη βία. Νιώσατε ποτέ την ανάγκη να απολογηθείτε;

«Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να απολογηθώ για τίποτα από αυτά που κάνω στις ταινίες μου. Ιδιαίτερα για το ζήτημα της βίας. Αν μιλούσαμε για την πραγματική βία, εκείνη που συναντάμε καθημερινά στην αληθινή ζωή, τότε, πράγματι, θα μπορούσαμε να κάνουμε μια σοβαρή κουβέντα. Αν μιλάμε για τη βία στον κινηματογράφο, ένα αντικείμενο μυθοπλαστικό και καθαρά αισθητικό, τότε οποιαδήποτε κουβέντα υπέρ ή κατά θεωρώ ότι είναι περιττή. Η βία σε μια ταινία δράσης είναι μια λεπτομέρεια όμοια με ένα χορευτικό νούμερο σε ένα μιούζικαλ».

- Ένα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο των ταινιών σας είναι ο αριστοτεχνικός τρόπος με τον οποίο συνδυάζετε την εικόνα με τη μουσική...

«Ευχαριστώ. Θεωρώ τη μουσική οργανικό μέρος στην πραγματοποίηση ενός φιλμ, γιατί μια ταινία χωρίς χρήση μουσικής θα ήταν στην περίπτωσή μου σαν να επιχειρούσα να κάνω μια ολόκληρη ταινία δίχως να κουνάω καθόλου την κάμερα, ή να μην έχω καθόλου διάλογο. Αν και τώρα που το σκέφτομαι νομίζω ότι έφτασα πολύ κοντά σε κάτι τέτοιο με το πρώτο μέρος του "Kill Bill"» (γέλια).

- Πώς επιλέγετε, όμως, τη μουσική που θα χρησιμοποιήσετε κάθε φορά;

«Βουτάω στη συλλογή μου με δίσκους. Έχω πολλά άλμπουμ και σάουντρακ στα οποία ανατρέχω όταν είμαι αποφασισμένος ότι θα γυρίσω ένα συγκεκριμένο φιλμ. Αυτό που ψάχνω βασικά είναι ο ρυθμός με τον οποίο θα λειτουργήσει η ταινία, υπάρχουν εντούτοις και φορές όπου βάζω δίσκους στο πικάπ μόνο και μόνο για να ενθουσιαστώ και να πάρω ερεθίσματα. Βάζω ένα τραγούδι, φαντάζομαι τη σκηνή που θα μπορούσε να συνοδέψει και ξεκινώ να τη γράφω με αυτό το τραγούδι στο μυαλό μου. Μοιάζει σαν να πατάω ένα κουμπί και να βρίσκομαι αυτομάτως μέσα στην κινηματογραφική αίθουσα, τη στιγμή ακριβώς που αυτή η σκηνή παίζει στην οθόνη».


- Έχετε σκεφτεί ποτέ τι είναι αυτό που σας κάνει δημοφιλή σε τόσον πολύ κόσμο;

«Μάλλον η ειλικρίνειά μου. Το γεγονός ότι δεν θα κοροϊδέψω ποτέ τους θεατές μου, απλούστατα επειδή είμαι κι εγώ ένας από αυτούς. Θέλω να δω την ταινία με την ίδια ανυπομονησία που περιμένουν κι εκείνοι. Δεν με ενδιαφέρει να ικανοποιήσω την καλλιτεχνική φιλοδοξία κανενός. Είμαι αυτό που βλέπεις. Μπορεί σε μερικούς να μην αρέσει, όμως έτσι έχουν τα πράγματα».

Συμπαθητική συνεντευξούλα δεν λέω αλλά ρε παιδιά γιατί πάντα οι ίδιες ερωτήσεις; Για τη βία, τη μουσική, γιατί άργησε τόσο να βγάλει ταινία(το Death Proof του πεταμού το έχουν). Και μια ζωή την ίδια φωτό. Τόσο του Quentin όσο και από την ταινία(γι' αυτό κι εγώ έβαλα τις δικές μου!)...

3 σχόλια:

  1. Πραγματικά οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις είναι καρμπόν με την προηγούμενη συνέντευξη του που είχα διαβάσει. Αλλά πρέπει να σκεφτούμε το ύφος του εντύπου (μία κυριακάτικη και όχι εξιδειδικευμένο έντυπο για σινεμά) και το τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποούνται οι συνεντεύξεις αυτές

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Έχεις δίκιο αλλά ρε συ μία(1) ερώτηση πιο ενδιαφέρουσα μπορούσε να γίνει. Στον Quentin αν ρίξεις το σωστό δόλωμα μπορεί να μιλάει για ώρες και να λέει πολύ ενδιαφέροντα πράγματα...

    Όχι τίποτα άλλο, αλλά όλες μου οι ελπίδες είναι στο να του κάνει μια πανέξυπνη ερώτηση Έλληνας δημοσιογράφος ώστε μετα τη συνέντευξη να σκεφτεί: "That was pretty good! Where is he from? Greece? Greece ain't no country I've ever heard of. They speak English in Greece? Let's go to fuckin Greece"

    ΑπάντησηΔιαγραφή